ἀργικέραυνος

ἀργικέραυνος
ἀργῐκέραυνος
1 of the flashing thunderbolt

Διὸς ἀργικεραύνου O. 8.3


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αργικέραυνος — ἀργικέραυνος, ον (Α) (επίθετο του Δία) αυτός που ρίχνει κεραυνούς που αστράφτουν. [ΕΤΥΜΟΛ. < αργι * + κεραυνος < κεραυνός(πρβλ. εγχεικέραυνος, τερπικέραυνος κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • ἀργικέραυνος — with bright masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργικεραύνου — ἀργικέραυνος with bright masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργικέραυνε — ἀργικέραυνος with bright masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργικέραυνον — ἀργικέραυνος with bright masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργι- — με τη μορφή αργι εμφανίζεται ως α συνθετικό αρχαίων σύνθετων λέξεων το ομηρ. επίθετο αργός* (Ι), κυρίως με τη σημασία «στιλπνός, λαμπρός» (πρβλ. αργικέραυνος) αλλά και με τη σημασία «ταχύς, γρήγορος» (πρβλ. αργίπους). Εντύπωση στη σύνθεση… …   Dictionary of Greek

  • Молниеносный(взгляд) — Молніеносный (взглядъ) молніей сверкающій; какъ взглядъ Зевеса. Ср. ἀργικέραυνος (ἀργῆς, сверкающій κέραυνος, молнія) громовержецъ Зевесъ …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Argiceravnvs — ARGICERAVNVS, i, Gr. Ἀργικέραυνος, ου, ein Beynamen des Jupiters, in dessen Gewalt insonderheit Donner und Blitz zu seyn geglaubet wurden. Er ist aus ἀργὸς, schnell, und κεραυνὸς, Blitz, zusammen gesetzet, und bedeutet; also insonderheit einen,… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • αργός — I Πόλη (υψόμ. 40 μ., 24.239 κάτ.), του νομού Αργολίδος, έδρα του ομώνυμου δήμου. Χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης, διατήρησε το ίδιο όνομα από πανάρχαια χρόνια. Σήμερα είναι ανεπτυγμένο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο με ωραία ρυμοτομία.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”